Κάθε χρόνο, δίνουν εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο περίπου 2000 υποψήφιοι και από αυτούς μπαίνουν μόλις 16. Ένας από αυτούς, ήταν ο Τάσος Λέκκας, που αποφοίτησε σχεδόν με άριστα.

Ήξερε ότι θα γίνει ηθοποιός από τριών ετών, όταν η μητέρα του τον πήγε στον κινηματογράφο και είδε τον Τσάρλι Τσάπλιν στην ταινία «Ο Μεγάλος Δικτάτορας». Μεγάλωσε σε ένα προάστειο της Πάτρας που είχε πολλά περιβόλια, έπαιξε πολύ μπάλα στις αλάνες και «βαφτίστηκε» στα γήπεδα των τοπικών πρωταθλημάτων στη θέση του γκολκίπερ. Αγαπάει τη Μίλαν και δηλώνει φίλαθλος, αλλά όχι οπαδός.

Πως ήταν η ζωή σου σαν παιδί;

«Μεγάλωσα παίζοντας στο δρόμο και στις πλατείες με τους φίλους μου, έβρισκα το θάρρος να φλερτάρω τα κορίτσια τετ α τετ και όχι μέσα από τα social media, άκουγα καλή ραπ μουσική και ήξερα ανέκαθεν ότι θέλω να γίνω ηθοποιός. Την πρώτη φορά που έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο κόπηκα γιατί ήμουν απροετοίμαστος. Πήγα στρατό, πήρα τον χρόνο μου να προετοιμαστώ καλύτερα, επέστρεψα και τη δεύτερη φορά, αφού γύρισα θυμωμένος που απέτυχα σε κάτι που ήθελα τόσο πολύ, τελικά τα κατάφερα. Έχω ορκίσει τους φίλους μου και μια πολύ σημαντική κοπέλα που έχω στη ζωή μου αν ποτέ ξεχάσω από που προέρχομαι να με συνεφέρουν γιατί ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε την αφετηρία μας. Μου αρέσει η σταθερότητα, η ρουτίνα μου και αγαπώ το comfort zone μου, μέσα σε αυτά λειτουργώ καλά.»

Οι δυο μεγάλες σου αγάπες είναι το ποδόσφαιρο και το θέατρο: Πώς συνδέονται αυτά τα δύο;

«Tα ομαδικά σπορ, όπως είναι το ποδόσφαιρο, έχουν να κάνουν πολύ με τη θεατρική λογική. Σε μία ομάδα ο καθένας έχει τη θέση του και σε ένα έργο, ο καθένας έχει το ρόλο του. Αν κάποιος και στις δυο περιπτώσεις δεν δώσει τον καλύτερό του εαυτό, θα επηρεάσει το σύνολο. Αυτό το ομαδικό πνεύμα και ο προπονητής στη μία περίπτωση και ο σκηνοθέτης στην άλλη όπως και η κοινή αναπνοή φέρνει το καλό αποτέλεσμα. Μπάλα έπαιζα σε όλη μου τη ζωή και έχω βρει πολλές ομοιότητες με τη δουλειά μου.»

Ο πρώτος του τηλεοπτικός ρόλος, ήταν στη σειρά του Alpha «Αυτή η νύχτα μένει» που υποδύθηκε τον συνονόματό του, ενώ αυτή τη σεζόν τον βλέπουμε στο ίδιο κανάλι στη σειρά εποχής «Το Προξενιό της Ιουλίας.» Θεατρικά φέτος, περπατάει με μεγάλη ευκολία πάνω στα ψηλά τακούνια του πάνω στη σκηνή του θεάτρου «Μπέλλος» για την παράσταση «Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα.»

 
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Tasos Lekkas (@tasoslekkas_)

Υπάρχει ένα ρητό που λέει «Αν είναι τέχνη, δεν είναι για όλους και αν είναι για όλους, δεν είναι τέχνη.» Πώς το σχολιάζεις;

«Διαφωνώ κάθετα. Η τέχνη είναι για όλους. Για μένα, αν δεν μιλάει σε όλους, δεν είναι τέχνη. Και οι δυο μπορούμε να δούμε έναν πίνακα του Βαν Γκονγκ, εγώ θα καταλάβω τα δικά μου, εσύ τα δικά σου, ο καθένας από εμάς όμως θα απολαύσει με τον τρόπο του αυτό που έχει να του προσφέρει το έργο. Η τέχνη είναι πολιτική πράξη. Μας αφορά ή καλύτερα, θα έπρεπε να μας αφορά όλους. Αυτή είναι και η στάση μου απέναντι στην πολιτική. Πρέπει όλοι να συμμετέχουμε στην πολιτική ζωή της χώρας μας με τη στάση μας απέναντι στα κοινά, να αξιοποιούμε το δικαίωμα της ψήφου μας πέρα από μικροκομματικά συμφέροντα. Έτσι επιτέλους ίσως δεν αποφασίζει κάποιος άλλος για εμάς.»

Ποιο είναι χειρότερο πράγμα που μπορεί να σου συμβεί κατά η διάρκεια μιας παράστασης;

«Εκεί που τρελαίνομαι προσωπικά είναι να ασχολείται με το κινητό του ένας θεατής που κάθεται στην πρώτη σειρά και βρίσκεται κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια μου. Είναι προσβλητικό και για τον ηθοποιό και για τους υπόλοιπους θεατές. Εγώ το σχολιάζω όταν συμβαίνει. Χρησιμοποιώ μια ατάκα του έργου την οποία φωνάζω δυνατά ώστε να τρομάξω τον θεατή που είναι απορροφημένος στο κινητό του και μετά τον κοιτάω στα μάτια χαμογελώντας. Συνήθως λειτουργε,ί γιατί μετά δεν το ξανακάνει, ωστόσο δεν το κάνω από κόμπλεξ. Για κάποιο περίεργο λόγο σε κάθε παράσταση υπάρχει ένας τέτοιος θεατής και ειλικρινά αναρωτιέμαι γιατί είναι εκεί αφού στην πραγματικότητα δεν θέλει. Έχει πληρώσει, έχει διαθέσει το χρόνο του, αφού δεν του αρέσει, γιατί απλά δε σηκώνεται να φύγει; Ενοχλεί και τους ηθοποιούς και τους διπλανούς του. Κανείς δεν το έφερε με το ζόρι, ούτε τον κρατάει δεμένο στη θέση.»

Είναι ένα αγόρι που αν και 28 ετών έχει μέσα του ένα vintage ρομαντισμό, είναι αυθεντικός και οπωσδήποτε boyfriend material. Παίζει RPG και FIFA στο playstation, ποδόσφαιρο τα πρωινά του Σαββάτου με την ομάδα του ΣΕΗ και έχει έναν λευκό σκύλο που όμως τον λέει Bruno, μάλλον γιατί πιστεύει στην ισορροπία της αντίθεσης του jin jang. Τον συνάντησα ένα μεσημέρι μετά από ένα ματς και πριν πάει στο θέατρο, ήπιε ένα καπουτσίνο με σαντιγύ και σοκολάτα φωτίζοντας το χώρο με μια ασύλληπτη καλοσύνη που έβγαζαν τα μάτια του. Λέει καλά αστεία, θέλει πολύ να πάει στο Σαν Σίρο για να δει τη Μίλαν και ο αγαπημένος του τερματοφύλακας ήταν ο Ντίντα, ενώ από Έλληνες γκολκίπερ θαυμάζει την καριέρα του Οδυσσέα Βλαχοδήμου. Έχει δουλέψει από ταξιθέτης μέχρι πλακάς σε οικοδομή και έχει να πει ότι η μπύρα στις δέκα το πρωί στο διάλλειμα στο γιαπί είναι απολαυστική.

Το ότι είναι κάποιος ηθοποιός, μπορεί να σταθεί εμπόδιο στις προσωπικές του σχέσεις υπό την έννοια ότι υποκρίνεται ευκολότερα από κάποιον που δεν είναι;

«Όσο καλός ηθοποιός και να είναι κάποιος, τα μάτια του δε λένε ποτέ ψέματα. Η δουλειά μας είναι η υποκριτική όχι η υποκρισία. Προσωπικά δεν έχω σκεφτεί ποτέ έτσι, ούτε με έχει αμφισβητήσει κάποια σύντροφός μου. Θεωρώ ότι δε μπορείς να υποκρίνεσαι καθ’όλη τη διάρκεια μιας σχέσης. Ωστόσο, αν εμπλακεί η ανθρώπινη ανάγκη σε μια σχέση, οποιοσδήποτε θεωρώ ανεξάρτητα με το αν είναι ηθοποιός ή όχι, μπορεί να υποκριθεί σε ένα βαθμό για να αντιμετωπίσει μια κατάσταση. Όπως και να χει, μια σχέση που βασίζεται στην υποκρισία αργά ή γρήγορα θα διαλυθεί. Ας αναγνωρίσουμε και στους ηθοποιούς το τεκμήριο της αθωότητας, κι αν στο τέλος δεν πάει καλά, δεν πήγε, μπορεί να συμβεί.»

Ποια είναι η γνώμη σου για το γάμο των ομόφυλων ζευγαριών και την τεκνοθεσία;

«Για μένα αυτά τα θέματα δεν θα έπρεπε να τίθενται καν υπό διαπραγμάτευση. Θα έπρεπε να υπάρχει σεβασμός στην ισότητα και στην προσωπική ελευθερία όλων των ανθρώπων. Δεν θα έπρεπε καν να μετράει η άποψη του καθενός για τα δικαιώματα των άλλων. Πως γίνεται να έχει βαρύτητα η άποψη ενός ανθρώπου για το πως θα ζήσει τη ζωή του ο πλησίον του; Είναι παράλογο. Έχω φιλικό μου ομόφυλο ζευγάρι που μεγαλώνει ένα παιδί υπέροχα. Η άποψη του καθενός, δεν μας ενδιαφέρει, τόσο απλά. Καλά θα κάνει ο καθένας να κοιτάει τη ζωή του και όχι τη ζωή των άλλων. Τα παιδιά για να μεγαλώσουν το βασικό που χρειάζονται είναι η αγάπη απ’ όπου κι αν προέρχεται.»

Δεν ξέρει να οδηγεί, κυκλοφορεί με το μετρό, του αρέσει η επαφή με τον κόσμο, του αρέσει να ζωγραφίζει ελαιογραφίες, διασκεδάζει στο σπίτι με φίλους του και είχε υπάρξει clubber. Καπνίζει πολύ, πίνει λίγο και θαυμάζει τους ποδοσφαιριστές που τίμησαν πιστά μία και μοναδική φανέλα στην καριέρα τους, όπως τον Φραντσέσκο Τότι, γιατί για εκείνον το ποδόσφαιρο είναι ακόμη ρομαντικό.

Πως σου φαίνεται το ελληνικό ποδόσφαιρο και κατ’ επέκταση το ελληνικό πρωτάθλημα;

«Ο οπαδισμός είναι αυτό που αφαιρεί την ομορφιά από το ελληνικό ποδόσφαιρο, γι αυτό κι εγώ δηλώνω φίλαθλος. Δεν πάω πια στο γήπεδο, υπάρχουν κάποια πράγματα που με απωθούν όπως η βία. Θέλω να μπορώ να απολαμβάνω το άθλημα και στα ελληνικά γήπεδα με τα όσα συμβαίνουν δε μπορώ. Δυστυχώς πάσχουμε από υποδομές και είναι λίγα τα club που ασχολούνται με τις ακαδημίες τους με τον ΠΑΟΚ να ξεχωρίζει σε αυτόν τον τομέα. Αξιοποιεί τα παιδιά που ξεκινούν από τα σπλάχνα του- βλέπε τον Γιάννη Κωνσταντέλια, ο οποίος είναι κατά τη γνώμη μου ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που έχουμε βγαλει. Δεν υποτιμώ τις μεγάλες μεταγραφές ξένων παικτών είμαι ευγνώμων που έχω δει ένα Τζιοβάνι, ένα Ριβάλντο κι έναν Καρεμπέ στην Ελλάδα, ωστόσο πιστεύω πολύ στη δουλειά των ακαδημιών. Ο σεβασμός που έχω για τους παίκτες σημαίες, που έμειναν πιστοί σε μία φανέλα σε ολόκληρη την καριέρα τους, είναι τεράστιος. Το βρίσκω ρομαντικό, σπουδαίο,μεγάλο, άξιο θαυμασμού. Δημιουργεί έναν πυρήνα, ένα μύθο, μια αξία, εμπνέει τον σεβασμό και φέρνει τον κόσμο στο γήπεδο.»