Στην παράγραφο 7 του άρθρου 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται σε Έλληνες πολίτες». Η εν λόγω διάταξη ουσιαστικά απαγορεύει την απονομή προνομίων και δικαιωμάτων με τα οποία συνδεόταν η αριστοκρατία. Να μου επιτραπεί το λογοπαίγνιο, αλλά θαρρώ πως με την απαγόρευση των τίτλων ευγενείας, χάθηκε και η ίδια η ευγένεια.

pageimage-504740-3043257-img022

Όχι, δεν περιμένω να δω να κυκλοφορούν στους δρόμους ιππότες, δούκισσες, κόμητες ή μαρκησσίες, δεν προσδοκώ καν από το μέσο εχέφρονα άνθρωπο να έχει διαβάσει Χρήστο Ζαμπούνη, πολλώ δε μάλλον να τον εφαρμόζει.

Στην απλή αυθόρμητη καλημέρα αναφέρομαι ως αγνοούμενη, στα αβίαστα χαμόγελα, στις γλυκές κουβέντες, στα «ευχαριστώ» και στα «παρακαλώ» που καθόλου αυτονόητα δεν είναι, στη «συγγνώμη» όταν σε προσπερνάει κάποιος στη σκάλα του μετρό. 

Θα πει κανείς πως στέκομαι στους τύπους. Αυτός ο ίδιος που θα πει ότι δε χρειάζονται τυπικότητες μεταξύ οικείων και οι άνθρωποι αντίθετα πρέπει να είναι άνετοι. Ναι, πράγματι, ανάμεσα σε ένα ανδρόγυνο δεν χρειάζονται τυπικότητες. Κι όμως αντί του «σιδέρωσέ μου το πουκάμισο», ο σύζυγος απευθύνει το «θα μπορούσες σε παρακαλώ να μου σιδερώσεις το πουκάμισο;;; Ευχαριστώ» το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και η σύζυγος ευχάριστη, χωρίς την αίσθηση ότι είναι η εντολοδόχος μηχανή.

Η εξαφάνιση της ευγένειας συνδέεται και με μία κακώς εννοούμενη αντίληψη της «μαγκιάς». Κάπου εκεί στα αμαρτωλά 80’s όταν οι γονείς έγιναν «οι γέροι», ο φίλος μας «ο έτσι» και η αγαπημένη προσφώνηση «δικέ μου/ δικιά μου». Όχι, δεν ευθύνεται ο Όμηρος Ευστρατιάδης και οι βιντεοταινίες του για τη μάστιγα αγένεια. Αλλά για ένα περίεργο λόγο, η αποστροφή της «αργκό» και αντ’ αυτής η καλλιέπεια ήταν τελείως «ντεμοντέ», προσδίδοντας στο φορέα τους μια μαλθακότητα και την ες αεί «καζούρα» – να’ μαι κι εγώ με την αργκό- που ακολουθεί έναν nurd.

Ευγένεια συμπεριφοράς- διακρίνεται από την ευγένεια ψυχής, παρόλο που οπωσδήποτε συνδέεται αιτιωδώς-  είναι η τάση να συμπεριφέρεται κανείς με ηπιότητα, φιλικότητα και σύμφωνα με τους κοινωνικούς τύπους. Εν πρώτοις , φαίνεται πως η ευγένεια επιστρατεύεται για να ευχαριστήσει τους άλλους, πως είναι μία αρετή απευθυνόμενη προς έτερον, μια αναγκαιότητα επιβαλλόμενη από τους κανόνες κοινωνικής ηθικής. Όμως, η ευγένεια έχει πρώτα απ’ όλα ευεργετική επίδραση στον ίδιο τον ευγενή.

Δανειζόμενη το πραγματικό έξυπνο εύρημα του ταλαντούχου Χριστόφορου Παπακαλιάτη, από το «ΑΝ» , θα προσπαθήσω να περιγράψω τρεις τέσσερις στιγμές από μία τυπική ημέρα ενός ανθρώπου. Στο τέλος της ημέρας πως αισθάνεται ο αγενής;;; Και πώς θα αισθανόταν αν ήταν ευγενής;;;

Εκδοχή 1η  Ώρα 07:30 μέσα στο βαγόνι του μετρό. Ασφυκτικά γεμάτος από κόσμο ο συρμός, έχεις βρει ένα σημείο να πιαστείς. Παραπλεύρως σου στέκεται, έχοντας καταλάβει  δυσανάλογα για την ώρα τετραγωνικά εκατοστά, αναγνώστης ογκώδους δωρεάν διανεμόμενης εφημερίδας, ο οποίος γυρίζει τα φύλλα με τρόπο που κοντεύει να σου βγάλει το μάτι, ενώ σχεδόν δεν μπορείς να αναπνεύσεις. Αντιδράς : «Σιγά ρε φίλε, θα μου βγάλεις το μάτι; Νομίζεις ότι είναι δικό σου το βαγονι; Έλεος, είναι ανάγκη να διαβάσεις την εφημερίδα σου τώρα»; Κάτι από όλα αυτά ξεστομίζεις, σε αγριοκοιτάζει, είτε συνεχίζει , είτε σταματά λέγοντας «σιγά πώς κάνεις έτσι». Νευρικός, κουνώντας το πόδι περιμένεις να φτάσεις στη στάση που κατεβαίνεις . Αδημονείς στη σκάλα, περπατάς νευρικά μέχρι το γραφείο, σχεδόν δε λες καλημέρα στο συνάδελφο στο ασανσέρ. Ώρα 11:00 στο γραφείο Ο συνάδελφος σου δίνει διαρκώς εντολές εκτύπωσης προς τον κοινό σας εκτυπωτή και σου φωνάζει «φέρε μου τα τυπωμένα μια και είσαι δίπλα». Σηκώνεσαι με τσιτωμένα τα νεύρα , παίρνεις την εκτύπωση, την ακουμπάς χωρίς λόγια στο γραφείο του, δεν ακούς «ευχαριστώ», φυσικά δε θέλεις να κάνεις διάλειμμα μαζί του και όλως περιέργως θυμήθηκες ότι στις αρχές είχε πάει να σου φορτώσει δική του δουλειά και δε σε κάλυψε μία φορά που άργησες. Ώρα 20:00 στο σπίτι. Βλέπεις ειδήσεις, προσπαθείς επιτέλους να ξεκουραστείς. Το παιδί σου ακούει μουσική στο δωμάτιο, αλλά αυτή φτάνει μέχρι έξω, περιφέρεται από την κουζίνα σε όλο το σπίτι με χέρια που στάζουν μασουλώντας διάφορα, και η γυναίκα σου θέλει να δει Δίδυμα Φεγγάρια. Την ακούς να λέει στο παιδί «αν σε ξαναδώ να τρως χωρίς πιάτο χάθηκες, αχαΐρευτε, που μόνο να βρωμίζεις ξέρεις», και μετά να απευθύνεται σε σένα λέγοντας «τις έχεις ακούσει είκοσι φορές τις ειδήσεις, γύρνα να δω το έργο μου, άλλη ευχαρίστηση δεν έχω». Τις απαντάς «αμάν πια με αυτές τις σαχλαμάρες, τσαντίζεσαι , φεύγεις από το σαλόνι».  
Εκδοχή 2η Ώρα 07:30 μέσα στο βαγόνι του μετρό Ασφυκτικά γεμάτος από κόσμο ο συρμός, έχεις βρει ένα σημείο να πιαστείς. Παραπλεύρως σου στέκεται, έχοντας καταλάβει  δυσανάλογα για την ώρα τετραγωνικά εκατοστά, αναγνώστης ογκώδους δωρεάν διανεμόμενης εφημερίδας, ο οποίος γυρίζει τα φύλλα με τρόπο που κοντεύει να σου βγάλει το μάτι, ενώ σχεδόν δεν μπορείς να αναπνεύσεις. Αντιδράς : «Με συγχωρείτε, αλλά επειδή έτσι όπως έχετε απλώσει την εφημερίδα αφ’ ενός δεν μπορώ να αναπνεύσω, αφ’ ετέρου κινδυνεύω να τραυματιστώ στα μάτια, θα μπορούσατε να μαζευτείτε κάπως;» Σε κοιτάζει με συστολή και ελαφρά ενοχή, μαζεύεται και λέει «ό,τι και να πείτε έχετε δίκιο, εμένα με συγχωρείτε». Μόλις φτάσεις στη στάση που κατεβαίνεις του λες «καλημέρα σας», πηγαίνεις στο γραφείο, καλημερίζεις τους συναδέλφους σου, ξεκινάς να δουλεύεις με ευχαρίστηση. Ώρα 11:00 στο γραφείο Ο συνάδελφος σου δίνει διαρκώς εντολές εκτύπωσης προς τον κοινό σας εκτυπωτή και σου ζητάει «θα μπορούσες σε παρακαλώ όταν σηκωθείς να μου φέρεις την εκτύπωση, επειδή είμαι μακριά». Απαντάς «ευχαρίστως» και σηκώνεσαι αμέσως, παρόλο που δεν το είχες σκοπό και πηγαίνεις τα έγγραφα στο συνάδελφο. Την επόμενη φορά, βλέπεις το συνάδελφο να κάνει κίνηση να σηκωθεί να έλθει προς τον εκτυπωτή, παίρνεις τα έγγραφα και του τα δίνεις. Τον ρωτάς πώς πάει με τη χαρτούρα, λέτε να πάτε για κανένα τσιγάρο, καλά που υπήρχε και αυτός και σου έδειξε πέντε πράγματα στην αρχή. Ώρα 20:00 στο σπίτι Βλέπεις ειδήσεις, προσπαθείς επιτέλους να ξεκουραστείς. Το παιδί σου ακούει μουσική στο δωμάτιο, αλλά αυτή φτάνει μέχρι έξω, περιφέρεται από την κουζίνα σε όλο το σπίτι με χέρια που στάζουν μασουλώντας διάφορα, και η γυναίκα σου θέλει να δει Δίδυμα Φεγγάρια. Την ακούς να λέει στο παιδί «αγάπη μου, σε παρακαλώ μην περιφέρεσαι τρώγοντας χωρίς πιάτο, είναι καθαρό το σπίτι, κρίμα είναι να λερώσει, είμαι κι εγώ πολύ κουρασμένη για να είμαι συνέχεια στο πόδι», και μετά να απευθύνεται σε σένα λέγοντας «αγάπη μου, σε πειράζει να ακούσεις αργότερα τις ειδήσεις για να δω κι εγώ κάτι άλλο που θέλω;;; Είμαι κουρασμένη από το πρωί και το παρακολουθώ αυτό». Της απαντάς «θα πάω μέσα να δω τις ειδήσεις, μην ανησυχείς, κάτσε και ξεκουράσου».

Στο τέλος της ημέρας ποιος είναι πιο ευτυχισμένος;; Ο ευγενικός δίχως άλλο. Εύλογα, όμως, θα αντιτάξει κανείς αν είναι εύκολο να είσαι ευγενής, να συγκρατείς τα νεύρα σου, να μετράς τα λόγια σου, να ανέχεσαι τα στραβά.

Όχι, δεν είναι εύκολο. Αλλά είναι πιο εύκολο να είσαι ευτυχισμένος, από το να είσαι νευρωτικός, αντικοινωνικός και μείον σε όλα τα σημεία.

Ο Σάμουελ Σμάιλς (συγγραφεύς από τη Σκωτία) έλεγε «Η ευγένεια δεν στοιχίζει τίποτα και αγοράζει τα πάντα… Κερδίστε καρδιές και θα κερδίσετε όλων των ανθρώπων την αγάπη και το πουγκί».

Ίσως η τοποθέτηση του να είναι υπεραισιόδοξη αν όχι ουτοπική για τις ημέρες μας, ιδίως σε ότι αφορά το «πουγκί». Σωστότερο μου φαίνεται αυτό που είχε πει ο Ζαν ντε λα Μπριγέρ (Γάλλος συγγραφέας) «Η ευγένεια δεν εμπνέει πάντα την καλοσύνη, την ευθυδικία, τη γλυκύτητα, την ευγνωμοσύνη. Προσφέρει, όμως, τουλάχιστον τα προσχήματα και κάνει τον άνθρωπο εξωτερικά έτσι όπως θα έπρεπε να είναι εσωτερικά».

Στα παραπάνω παραδείγματα σκόπιμα δεν αναφέρθηκα στον ευγενή άνδρα , στον άνδρα που πρέπει να ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου ή να τραβάει την καρέκλα στο εστιατόριο. Διότι, το θέμα του παρόντος άρθρου δεν είναι το savoir vivre (λίγο οξύμωρο βέβαια αν λάβει κανείς υπόψη το site που το φιλοξενεί), αλλά η ευγένεια ως τρόπος ζωής, απότοκη της ευγένειας στην ψυχή. Δεν είναι η ευγένεια τρόπος συμπεριφοράς που μας έμαθαν από το σπίτι. Δεν είναι μόνο «οι καλοί τρόποι» η ευγένεια, είναι η διάθεσή μας απέναντι στον εαυτό μας, στους άλλους, στη ζωή μας κάθε μέρα.

Πολλοί ενδεχομένως να σκέφτεστε «τι λες μωρή τρελή, έχουμε τόσα προβλήματα, με τις χαιρετούρες και τα «ευχαριστώ» και τα «παρακαλώ» θα σωθούμε;;;» Όχι, αλλά ούτε και με τα «μπινελίκια για πλάκα», ούτε με τα μούτρα, ούτε με τις ξινίλες και τα νεύρα.

Κι αν στην τελική δε θες να θυσιάσεις κάτι από την πολλά κιλά μαγκιά σου, συνδύασέ τα, πώς το’ λεγε ο Παράβας; «Καλημέρα μόρτες!».