– Συγγνώμη;

-Παρακαλώ;

-Με συγχωρείς,ειλικρινά με συγχωρείς. Μήπως μπορείς να μου πεις ποιο άρωμα φοράς;

-Δεν φοράω άρωμα.

-Και τι μυρίζει τόσο έντονα, τόσο όμορφα;

-Α! Το μαλακτικό μου μάλλον. Αλλά κοπελιά δεν ξέρω ποιο είναι. Ό,τι μου παίρνει η μάνα μου χρησιμοποιώ. 

Δεν ήξερες ποιο μαλακτικό είναι. Ούτε και εγώ ήξερα. Αλλά έμαθα. Όταν μετά από αυτή την σύντομη κουβέντα μας εκείνο το βράδυ σε εκείνο το μπαρ ήπιαμε ένα ποτό μαζί, μετά έναν καφέ μαζί, μετά ήπιαμε κι άλλο ποτό μαζί, κι άλλο καφέ μαζί, μέχρι που φτάσαμε να ξυπνήσουμε ένα πρωί μαζί και να πίνουμε καφέ και να βάζουμε μαζί στο πλυντήριο σου απορρυπαντικό και μαλακτικό. Το μαλακτικό σου.

Με είχες ρωτήσει θυμάμαι αν ήταν δικαιολογία το άρωμα του μαλακτικού, το άρωμα σου δηλαδή για να σου πιάσω κουβέντα.

Σου είχα απαντήσει θυμάμαι πως δεν θα μπορούσε να είναι δικαιολογία εκείνη η μυρωδιά. Η μυρωδιά του μαλακτικού σου, η μυρωδιά σου. Πως δεν θα μπορούσε να είναι δικαιολογία εκείνο το άρωμα θάλασσας και σαπουνιού που με έκανε να γυρίσω το κεφάλι μου εκείνο το βράδυ σε εκείνο το μπαρ για να δω ποιος, τι μυρίζει έτσι. Λες και θα μπορούσα να δω με τα μάτια μου το άρωμα. Γύρισα όμως και είδα εσένα. Αν αυτό ήταν αφορμή για να δω και να γνωρίσω την μυρωδιά σου δεν ξέρω, μάλλον ήταν, δικαιολογία πάντως σίγουρα δεν ήταν.

“Μυρίζει εσύ”, σου έλεγα κάθε φορά που ξάπλωνα στο κρεβάτι σου και ακουμπούσα το κεφάλι μου στο μαξιλάρι σου, κι εσύ χαμογελούσες. “Μυρίζει μανούλα;”, μου έλεγες και γέλαγες και εγώ σου απαντούσα “όχι, εσύ μυρίζει”.

Και συνήθισα να μυρίζει “εσύ” το νυχτικό μου κάθε φορά που σε αγκάλιαζα στον ύπνο μου, να μυρίζει “εσύ” το χέρι μου κάθε φορά που άπλωνα τα ρούχα σου, να μυρίζει “εσύ” η ζακέτα μου όταν με αγκάλιαζες επειδή κρύωνα,να μυρίζουν “εσύ” τα μαλλιά μου κάθε φορά που λουζόμουνα και τα στέγνωνα με την πετσέτα σου, να μυρίζει “εσύ” το σώμα μου κάθε φορά που έκανα μπάνιο και φορούσα το μπουρνούζι σου, να μυρίζει “εσύ” το αυτοκίνητο όταν ερχόσουνα να με πάρεις από την δουλειά, να μυρίζει “εσύ” το ασανσέρ όταν έμπαινα λίγο μετά από την ώρα που είχες φύγει από το σπίτι.

“Μυρίζω εσύ”, σου έλεγα κάθε φορά που έπλενα τα ρούχα μου στο σπίτι σου.

“Γιατί δεν φέρνεις όλα σου τα ρούχα σπίτι μου, να τα πλένουμε μαζί με τα δικά μου και να μυρίζουμε “εμείς”?”, μου είπες μια μέρα στο σούπερ μάρκετ την ώρα που ήμασταν μπροστά από το ράφι με τα μαλακτικά;

Και τα έφερα σπίτι σου. Και βάζαμε τα ρούχα μας μαζί στο πλυντήριο. Και μυρίζαμε “εμείς”. Και γίναμε “εμείς”.

Και όλα μύριζαν πιο όμορφα κοντά σου.

Και όλα τα σκληρά της ζωής γινόντουσαν πιο μαλακά όταν με αγκάλιαζες και μύριζα το μαλακτικό σου. Και μύριζα εσένα.

Και έγινε μέρος της ζωής μας το μαλακτικό, και έγινε παιχνίδι. Και όταν μαλώναμε έβαζα άλλο μαλακτικό στο πλυντήριο και όταν ήθελες να μην είμαστε πια μαλωμένοι μου άφηνες σημείωμα στο ψυγείο “ΜΑΛΑΚΤΙΚΟ “ΕΜΕΙΣ” ΝΑ ΒΆΛΕΙΣ”.

Κι έβαζα. Το μαλακτικό”εμείς”, το μαλακτικό που μύριζε εσύ.

Κι έτσι περνούσαν οι μέρες μας. Μυρίζοντας “εμείς”. Μέχρι που κάποια στιγμή -ποιος ξέρει ίσως επειδή “μπήκαν” τα ρούχα στο πλυντήριο, ίσως επειδή ξέβαψαν-αυτό που μύριζε “εμείς” έγινε πάλι αυτό που μύριζε “εσύ”.

Μάζεψα τα ρούχα μου και τα έπλενα πάλι στο δικό μου πλυντήριο. Και πια δεν μύριζε το νυχτικό μου “εσύ” επειδή δεν σε αγκάλιαζα πια στον ύπνο μου, δεν μύριζε το χέρι μου “εσύ” επειδή δεν άπλωνα πια τα ρούχα σου, δεν μύριζε η ζακέτα μου “εσύ” επειδή δεν με αγκάλιαζες πια όταν κρύωνα, δεν μύριζαν “εσύ” τα μαλλιά μου κάθε φορά που λουζόμουνα επειδή δεν τα στέγνωνα πια με την πετσέτα σου, δεν μύριζε “εσύ” το σώμα μου κάθε φορά που έκανα μπάνιο επειδή δεν φορούσα πια το μπουρνούζι σου, δεν μύριζε “εσύ” το αυτοκίνητο επειδή δεν ερχόσουνα πια να με πάρεις από την δουλειά, δεν μύριζε “εσύ” το ασανσέρ επειδή δεν έμπαινα πια στο ασανσέρ λίγο μετά από την ώρα που είχες φύγει από το σπίτι.

Σιγά σιγά άρχισα να θυμάμαι πως μύριζα “εγώ”, όχι “εμείς”. Μόνο κάποιες στιγμές μύριζα μια μαξιλαροθήκη-την τελευταία που έπλυνα με το μαλακτικό σου-για να θυμηθώ πώς μύριζες εσύ, πώς μυρίζαμε εμείς, πώς μύριζαν οι νύχτες μας, οι μέρες μας, η κοινή μας ζωή, οι κοινές μας “πλύσεις”. Είχα κρατήσει αυτή την μαξιλαροθήκη και την μύριζα τις μέρες που όλα ήταν σκληρά, και την μύριζα τις νύχτες που δεν είχα εσένα να αγκαλιάσω αλλά το μαξιλάρι μου. Δεν ήθελα να την βάλω στο πλυντήριο και να μην μυρίζει πια “εσύ”. Οι μέρες πέρναγαν σχετικά ανεκτά, οι νύχτες λιγότερο ανεκτά, οι βδομάδες πέρναγαν αργά μέχρι που έγιναν μήνες και κάποια στιγμή όταν  άρχισε να ξεθυμαίνει η μυρωδιά η “εσύ” έβαλα την μαξιλαροθήκη στο πλυντήριο. Έβαλα απορρυπαντικό, έβαλα  και μαλακτικό διαφορετικό από το δικό σου και πάτησα το κουμπί. Έμεινα για μια ώρα και σαράντα λεπτά καθισμένη στο πάτωμα να κοιτάζω την μαξιλαροθήκη να πηαγινοέρχεται μέσα στον κάδο του πλυντηρίου. Και μαζί με αυτήν πηγαινοερχόντουσαν οι αναμνήσεις στο μυαλό μου. Δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω, γρήγορα, αργά. Μέχρι που ‘αρχισε το “στύψιμο” και όταν τελείωσε η πλύση του πλυντηρίου η μαξιλαροθήκη δεν μύριζε πια εσύ, και οι σκέψεις μου σαν την μυρωδιά σου κι αυτές είχαν ξεθυμάνει. 

Άπλωσα την μαξιλαροθήκη και μύρισα το χέρι μου. Δεν μύριζε πια “εσύ”. Κοίταξα την μαξιλαροθήκη. Δεν θύμιζε πολλά από εσένα.Λένε πως η όσφρηση είναι η αίσθηση που συνδέεται περισσότερο με την μήμη. Και ήλπιζα να ισχύει αυτό, και όπως ξεθύμανε πια η μυρωδιά του μαλακτικού σου, να ξεθώριαζε και κάθε ανάμνηση από εσένα.

Και έτσι έγινε. Δεν έβαλα ποτέ στα ρούχα μου το μαλακτικό σου. Και ενώ στην αρχή το χέρι μου πήγαινε ασυναίσθητα να πιάσει το μαλακτικό σου στο ράφι του σούπερ μάρκετ, σιγά σιγά πήγαινε από μόνο του σε κάποιο άλλο. Και ενώ στην αρχή έσπρωχνα το καρότσι με το κεφάλι κάτω όταν έμπαινα στον διάδρομο με τα μαλακτικά προσπαθώντας να μην κοιτάξω το δικό σου που στεκότανε στο ράφι με τον ίδιο τρόπο που κάποιος περπατάει βιαστικά χωρίς να κοιτάει τον πειρασμό που προσπαθεί να αποφύγει, σιγά σιγά έμπαινα με αργά και σταθερά βήματα στον διάδρομο με τα μαλακτικά, και κοιτούσα το δικό σου στα μάτια όποιος κάποιος κοιτάει με σιγουριά τον πειρασμό όταν είναι σίγουρος πως είναι πιο δυνατός από αυτόν και δεν θα υποκύψει.

Και έτσι έγινα. Πιο σκληρή από το μαλακτικό σου. Προχωρούσα στον διάδρομο του σούπερ μάρκετ και στον διάδρομο της ζωής με αργά και σταθερά βήματα. Ό,τι μύριζε “εσύ” είχε ξεθυμάνει και ό,τι θύμιζε εσένα είχε ξεχαστεί.

‘Ετσι νόμιζα. Μέχρι εκείνο το βράδυ. Σε εκείνο το ίδιο μπαρ. Κάποιος πέρασε από πίσω μου και μύριζε “εσύ”. Και τα θυμήθηκα όλα. Μπλούζες, ρούχα, εσώρουχα, σεντόνια, ζακέτες, τραπεζομάντηλα, αυτοκίνητα, ασανσέρ, δωμάτια, πετσέτες, μαλλιά, χέρια, σώματα, κορμιά, σπίτια, ζωή. Και σάστισα. Και πήγα πίσω. Τότε που εγώ μύριζα “εσύ”. Πήγα πίσω, επειδή πέρασε κάποιος και φορούσε το μαλακτικό σου.

Γύρισα το κεφάλι μου ξαφνιασμένη και θυμωμένη. Να δω ποιος μπορεί να ήταν αυτός που τόλμησε να μυρίζει “εσύ”.

Εσύ ήσουν. Μόνο εσύ θα μύριζες “εσύ”, ακόμα κι αν όλοι οι άνθρωποι της γης χρησιμοποιούσαν το ίδιο μαλακτικό.

-Θες να βρούμε ένα άλλο μαλακτικό; Δεν μυρίζω το ίδιο νομίζω χωρίς εσένα, μου είπες.

Και φύγαμε για να βρούμε ανοιχτό σούπερ μάρκετ.