kyriatoulasavoirville

Κάθε μετακόμιση έχει άγχος. Αν θα βολευτείς στο καινούργιο σπίτι, αν θα χωρέσουν τα έπιπλα, αν θα υπάρχει κανένας φέρελπις, ωραίος, ελεύθερος, ψυχικά υγιής, με θεληματικό πηγούνι και ακόμα πιο θεληματικό «μέσα του» γείτονας, αν θα κάνουν φασαρία οι διπλανοί, αν θα ενοχλείς τους από κάτω, αν θα σε ενοχλούν οι από πάνω, γενικά αν θα υπάρχει μια ενόχληση, μια κινητικότητα άλφα στην περιοχή, αν θα «ενοχλείστε ή θα συμβιώνετε αρμονικά με τους καινούργιους ανθρώπους μετατρέποντας τη γειτονιά σε ένα «μικρό σπίτι στο λιβάδι», ή αν θα γίνουν τα σόδομα και τα γόμορα και θα μετατρέψετε την γειτονιά σε «μέλροουζ πλέις».

Σιγά σιγά έλυσα τα παραπάνω άγχη. Όλα οκ, βολεύτηκα, τα έπιπλα χώρεσαν, τα καινούργια δηλαδή, γιατί τα παλιά έπρεπε να τους κόψω ποδάρια, πλάτες, ίσως και την καλημέρα αν ήθελα να χωρέσουν. Γείτονα φέρελπι δεν βρήκα, ούτε καν κάποιο γείτονα να εναποθέσω εγώ τις φρούδες ελπίδες μου αν και είμαι γενικά αισιόδοξος άνθρωπος και πιστεύω στην τάση αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου και ότι ναι δγιάολε, ο καθένας μπορεί και θα φτάσει στο έπακρο των δυνατοτήτων του. Συμβιβάστηκα με το γεγονός ότι οι διπλανοί θα κάνουν φασαρία και ότι θα με ενοχλούν οι από πάνω και ότι θα ενοχλώ κι εγώ τους από κάτω, μια γειτονιά είμαστε βρε αδερφέ, για αυτά δεν είναι οι άνθρωποι άλλωστε, και κάπως έτσι θα κάνουμε τον δρόμο «μέλροουζ πλέις», όσον αφορά τη δολοπλοκία μόνο, σεξ δεν θα έχουμε.

11275546_10152975554454685_1920070392_n

Κι ύστερα είχα να αντιμετωπίσω τα άλλα άγχη. Τα πιο σημαντικά και ζωτικής σημασίας. Ντελίβερι στη γύρω περιοχή και ψιλικατζίδικο σε ακτίνα 25 μέτρων. Για τα ντελίβερι έκανα εξονυχιστική έρευνα, μέχρι και στα ΚΕΠ πήγα, άλλο που με έδιωξαν. Και η έρευνα απέδωσε καρπούς, ή καλύτερα θερμίδες. Και αφού τακτοποιήθηκα και έφαγα, βγήκα στον πηγαιμό για το ψιλικατζίδικο. Και δεν με γέλασε. Το βρήκα εκεί, να με περιμένει. Γωνιακό, στα δύο λεπτά με τα πόδια από το σπίτι μου, πέντε σε περίπτωση χανγκόβερ, με χώρο για παρκάρισμα με αλάρμ σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης για τσιγάρα. Ιδιοκτήτες του ένα ζευγάρι εκεί γύρω στα εξηνταπέντε με το σκυλάκι τους, ένα κάτασπρο κανίς.

Κάθε φορά που πήγαινα έκανε χαρές. Το κανίς αρχικά και πάρα πολύ αργότερα το ζευγάρι. Το κανίς το φώναζαν «Κώστα», αλλά ποια είμαι εγώ να κρίνω, τον σκύλο μας τον λέμε «Χρήστο». Κι έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μας με το ψιλικατζίδικο, τον Κώστα, το ζευγάρι των ιδιοκτητών. Δεν ήξερα τα ονόματά τους, αλλά για κάποιο λόγο θεωρούσα ότι τη γυναίκα την λένε «Τούλα», κι έτσι τη φώναζα.

«Καλημέρα κυρία Τούλα, μου δίνετε ένα πακέτο στίβεσαντ γκρι παρακαλώ;», της έλεγα κάθε πρωί που πήγαινα να πάρω τσιγάρα πριν την δουλειά και την σήκωνα από το τραπεζάκι της που έπινε τον καφέ της για να μπει μέσα.

«Καλησπέρα κυρία Τούλα, θα μου κρατήσετε την εφημερίδα την Κυριακή, έτσι;», της φώναζα από το αμάξι κάθε Σάββατο απόγευμα που γύρναγα από τη δουλειά.

«Κυρία Τούλα, πότε θα φέρετε παγωτά;», τη ρώτησα με τις πρώτες ζέστες.

Κι εκείνη κουνούσε πάντα το κεφάλι συγκαταβατικά, σε ό,τι και να της έλεγα, σε ό,τι και να τη ρώταγα. Αλλά δεν μου μιλούσε ποτέ όμως. «Περίεργο», σκεφτόμουνα, «εγώ πάντα τη χαιρετάω, της μιλάω, της χαμογελάω εγκάρδια, κι εκείνη απλά κουνάει το κεφάλι», απορούσα. «Ίσως είναι κουρασμένη», σκέφτηκα σαν δικαιολογία, «μονίμως».

Και κάποια στιγμή ήρθε εκείνη η Κυριακή πρωί. Δεν είχα τσιγάρα, είχα ένα κεφάλι να από το χανγκόβερ. Ξύπνησα όπως κοιμήθηκα, βαμμένη από το προηγούμενο βράδυ. Και κάπως έτσι και με την πυτζάμα πήγα να πάρω τσιγάρα.

-Καλημέρα κυρία Τούλα, μου δίνετε ένα πακέτο σας παρακαλώ; Ω, τώρα που το θυμήθηκα, δεν ξέρω το όνομά σας και τόσο καιρό σας λέω Τούλα, γιατί μου κάνετε για Τούλα, αλήθεια, εγώ για τι σας κάνω;

-Εσύ κορίτσι μου δεν κάνεις για τίποτα.

Τελικά δεν ήταν κουρασμένη. Μονίμως.

*Οι φίλοι της Ισμηνούτας έχουν ξαναγνωρίσει την κυρία Τούλα. Εμείς και εκείνοι θα τη γνωρίσουμε καλύτερα από εδώ.