Το πιτζαμακι

Όλα ξεκίνησαν ένα ωραίο Παρασκευιάτικο απόγευμα, που είχα πάει με τη φίλη Μαρία σε γνωστό πολυκατάστημα για μία αναγνωριστική βόλτα στα μαγαζιά, χωρίς κάποιο αξιοσημείωτο budget φυσικά. Έτσι όπως περιπλανιόμασταν χαζεμένες στο τμήμα με τα εσώρουχα, ακούω ένα «Αχ Κώτσο κοίτα!» (ναι εμένα φώναξαν, γυρνάω και στο Κώτσο). Γυρνάω και το βλέπω.

Το όνειρο

Τα μάτια μου γούρλωσαν και χαμογέλασα λες και είδα το πρώτο μου αγόρι απ’ το δημοτικό (αν και δεν είχα αγόρι στο δημοτικό, αλλά αν είχα έτσι θα έκανα είμαι σίγουρη). Ήταν ένα σετ πιτζαμάκια. Σίγουρα περιμένατε κάτι πιο περίεργο ή σέξι και σίγουρα μόλις έχασα το ανδρικό κοινό μόνο και μόνο από τη λέξη «πιτζαμάκια», αλλά θα συνεχίσω ακάθεκτη. Ένα σετ πιτζαμάκια που λέτε, τα πιο ωραία που είχα δει ποτέ μου. Σορτσάκι με μπλουζάκι τιραντάκι, λευκό με μικρά γαλαζομπλέ λουλουδάκια και ένα ύφασμα ελαφρύ, απαλό, σαν αυτό που έχουν τα αέρινα καλοκαιρινά πιτζαμάκια. Αφού πλησίασα και αρχίσαμε μαζί να το πασπατεύουμε σαν μωρό, του φτιάξαμε μία ιστορία. Μια ιδανική στιγμή, όπου αυτό το απλό πιτζαμάκι, που για εμάς εκείνη τη στιγμή έμοιαζε με μια μικρή οπτασία, ήταν ο πρωταγωνιστής. Φανταζόμασταν ένα καλοκαιρινό πρωινό, σε ένα ηλιόλουστο ελληνικό νησί, σε ένα δωμάτιο παραδοσιακού ξενοδοχείου, ξέρετε απ’ αυτά τα κλασσικά λευκά με τα μπλε πατζούρια και τις παραμυθένιες μπουκαμβίλιες στα μπαλκόνια. Να ξυπνάς στο δροσερό μεγάλο κρεβάτι με τα λευκά σεντόνια, φορώντας τα ωραία σου πιτζαμάκια, τα πατζούρια να είναι ανοιχτά και το φως να σε ξυπνάει γλυκά. Από εκείνα τα ξυπνήματα που ανοίγεις τα μάτια, καταλαβαίνεις που είσαι και μετά απλά ξανακλείνεις τα μάτια και χαμογελώντας, χαιδεύεις το προσωπό σου στο μαξιλάρι. Αφού χουζουρέψεις πέντε λεπτά (κάντο τέταρτο να είμαστε μέσα), νιώθεις τη μυρωδιά του καφέ να γαργαλάει τη μύτη σου και μια μουσική να σε ξεσηκώνει να σηκωθείς από το κρεβάτι. Σηκώνεσαι, βγαίνεις ξυπόλητη στο μπαλκόνι, με το κλασσικό σιδερένιο τραπεζάκι, τις καρέκλες και το γλαστράκι, και τεντώνεσαι αφήνοντας τα μάτια σου να χαθούν στη θέα της λαμπερής γαλάζιας θάλασσας. Και εκεί που έχεις χαζέψει, νιώθεις εκείνον να σε αγκαλιάζει. Σου δίνει ένα φιλί στο λαιμό, σου λέει καλημέρα και σου δίνει τον καφέ σου. Εσύ, ήρεμη και υπερχαρούμενη ταυτόχρονα, του δίνεις ένα φιλί, ανταποδίδεις με ένα χαμόγελο την καλημέρα και παίρνεις τον καφέ σου. Απολαμβάνετε μαζί το πρωινό, ακούγοντας μουσική, τον ήχο της θάλασσας, και τους περαστικούς που καλημερίζονται, τόσο αληθινά, όπως μόνο σε τέτοια μέρη ξέρουν.

2_1397133049

Η πραγματικότητα

Σταματάμε, και προσπαθούμε να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα, αλλά είναι πραγματικά δύσκολο. Έχουμε πάρει και οι δυο μας μια βλακώδη φάτσα ηρεμίας και χαράς, δυσανάλογη με τον περιβάλλον μεν, άκρως κατάλληλη με την κατάσταση του μυαλού μας δε και τον εγκέφαλο μου να πονάει από την τελειότητα . Οι κυρίες που ψωνίζουν δίπλα μας, μας κοιτάνε καλά καλά, μία εμάς, μία το πιτζαμάκι, απορώντας τι βλέπουμε και κάνουμε έτσι. Να το κοιτάμε σαν να είναι το κλειδί του παραδείσου και ήρθε ουρανοκατέβατο στα χέρια μας, μόνο σε μας. Με τα χίλια ζόρια παίρνουμε πάλι μπρος και κοιτάμε την τιμή, που αντιστοιχούσε στα 20 ευρώ, λεφτά που δεν είχαμε πάνω μας, κάτι που μας προσγείωσε ακόμα πιο πολύ, ίσως και λίγο πιο απότομα απ’ όσο θα θέλαμε. Με βαριά καρδιά, αφού καμία μας δεν μπορούσε να το αγοράσει, φεύγουμε νικημένες, αφήνοντας ένα κομμάτι της ψυχής μας σε εκείνο το μαγαζί. Μία ώρα μετά και αφού πηγαίναμε προς το αμάξι να φύγουμε, αρχίσαμε πάλι να ονειρευόμαστε εκείνο το σκηνικό. Κάποια στιγμή μου λέει η Μαρία νευριασμένη «Γιατί δηλαδή εμάς τι μας λείπει και δεν μπορούμε να το ζήσουμε αυτό;;!!» Αφού της εξήγησα ότι καμία από τις δύο δεν είχε 20 ευρώ να πάρει τα πιτζαμάκια, καμιά μας δεν έχει αγόρι και καμία μας δεν ξέρει αν θα μπορέσει να πάει καν διακοπές φέτος, σκάσαμε στα γέλια και συνεχίσαμε.

Τρεις μέρες μετά, ενώ λιαζόμασταν στον ήλιο (αυτά έχει η ζωή της άνεργης), θυμηθήκαμε πάλι εκείνα τα πιτζαμάκια, που στην πραγματικότητα καμιά μας δεν είχε ξεχάσει, απλά είχαμε σταματήσει να τα αναφέρουμε κάθε λίγο και λιγάκι. Μπούρου μπούρου λοιπόν, δεν ξέρω πως, φτάσαμε να είμαστε νευριασμένες με τους εαυτούς μας. Μπορεί για κάποιον όλο αυτό το σκηνικό που φανταστήκαμε να ήταν αδιάφορο ή ξενέρωτο, αλλά για εμάς ήταν μια ευτυχισμένη σκηνή, που χαρήκαμε μόνο και μόνο στη σκέψη του, φανταστείτε να το ζούσαμε στην πραγματικότητα πως θα κάναμε. Τα 20 ευρώ που έκανε, δεν τα λες λίγα για 2 κομμάτια ύφασμα, ούτε το λες και αστρονομικό ποσό, κόψε ένα καφέ από δω, κόψε ένα ποτό από κει, έβγαινε.

Στην ουσία, αυτό που μας σταμάτησε είναι όλα τα άλλα που μας έλειπαν, αγόρι και δωμάτιο σε νησί, που τα λες και βασικά κομμάτια της ιστορίας, αλλά στην τελική κι αυτά δεν είναι και ακατόρθωτα να τα βρεις (το αγόρι ίσως λίγο να μας δυσκολέψει παραπάνω). Και έρχομαι τώρα εγώ και σας ρωτάω. Από πότε κάναμε τα όνειρα τόσο δύσκολη υπόθεση; Από πότε γίναμε τόσο απαισιόδοξοι; Όταν ήμασταν στο νηπιαγωγείο, ζωγραφίζαμε όλη την ώρα γιατί μας ενεργοποιούσε τη φαντασία. Όταν πήγαμε σχολείο, μας πλημμύρισαν με γνώσεις, ώστε η φαντασία να γίνει όνειρα για τη ζωή. Και τώρα, 23 χρονών γαιδούρα, κωλώνω να πάω να πάρω ένα ζευγάρι πιτζαμάκια. Γιατί δηλαδή όταν ήμουν στο λύκειο καθόμουν να διαβάσω όλα αυτά που με βάζανε, γιατί ήξερα ότι με έφερναν ένα βήμα πιο κοντά σε αυτό που ήθελα να κάνω ή να γίνω, αλλά τώρα που δεν με αναγκάζει κανένας, δεν επιλέγω να κάνω έστω και ένα μικρό πρώτο βήμα σε ένα ακόμα όνειρο; Θα μου πείτε μερικοί, ότι δεν μπορώ να συγκρίνω την παιδεία ή το επαγγελματικό μου μέλλον με ένα απλό ρομαντικό όνειρο μιας ώρας, κι εγώ θα σας απαντήσω ότι όχι δεν τα συγκρίνω, αλλά γιατί η αξία του δεύτερου να είναι μικρότερη, από τη στιγμή που και τα δύο θα με κάνουν χαρούμενη; Και ποιος μου λέει εμένα ότι αύριο μεθαύριο, δεν θα γνωρίσω ένα παλικάρι ψηλό και όμορφο, με εξοχικό στην Πάρο που να επιμένει να με φιλοξενήσει για δυο, τρεις, πέντε δέκα μέρες; Και τότε τι θα φοράω εγώ στον ύπνο μου κυρίες και κύριοι; Τα παλιά αδιάφορα πιτζαμάκια του 2005; Ντροπή και αίσχος. Ούτε σας αποκλείω βέβαια την εκδοχή όλο το καλοκαίρι να μην σταυρώσω γκόμενο (μπαρντόν για το λεξιλόγιο) και να μείνω με τα πιτζαμάκια στο χέρι. Αλλά σκεφτείτε, τι είναι καλύτερο; Να τα έχω, είτε είμαι τυχερή και τα φορέσω όπως τα ονειρεύτηκα, είτε τα φορέσω στο δικό μου το μπαλκόνι, ή να μην τα έχω καθόλου; Σταματάω με τις ρητορικές ερωτήσεις γιατί σας κούρασα νομίζω.

Αυτό που θέλω να πω τέλος πάντων, είναι πως όσο χαζά και απλά να σας φαίνονται μερικές φορές τα όνειρα σας, είναι δικά σας, για εσάς και μόνο για σας. Δικαίωμα πάνω τους έχετε μόνο εσείς, άντε και όσοι συμπρωταγωνιστούν. Το κατά πόσο θα γίνουν πραγματικότητα, κι αυτό από σας εξαρτάται. Από το πόσο το θέλετε και πόσο προσπαθείτε. Ένα βήμα τη φορά, να είστε αισιόδοξοι, και σας το υπογράφω η τύχη αγαπάει τους αισιόδουξους ανθρώπους. Μια φορά ζούμε, αλλά αν το κάνουμε σωστά, μία είναι αρκετή. Ονειρευτείτε τώρα που μπορείτε, κάνει καλό, και μην φοβάστε δεν έχει κανένα νόημα.

Σας αφήνω τώρα, πάω να πάρω τα πιτζαμάκια μου.

Η Κωνσταντίνα γεννήθηκε στην Αθήνα. Ήταν ανάμεσα στο να σπουδάσει διακοσμητική ή μόδα και τελικά κατέληξε στη διακοσμητική. Αφού τελείωσε κατέληξε να ασχολείται με τη μόδα. Αγαπάει την Ικαρία, τα γλυκά, τα αναπαλαιωμένα έπιπλα και τη Sienna Miller. Aν και δεν μισεί εύκολα πράγματα, την εκνευρίζει να την φωνάζουν Ντίνα, οι ψεύτικοι φίλοι και οι ugg. Εδώ και ένα χρόνο θέλει να πάει να μάθει και surf. Ακόμα πηγαίνει.

Be first to comment

Solve : *
24 ⁄ 8 =