Τις προάλλες είχα τη χαρά να δω από κοντά μια παράσταση για την οποία πολλά έχουν γραφτεί και λίγα προσωπικά γνώριζα. Λίγο η παρότρυνση του κολλητού μου φίλου ο οποίος εργάζεται στο θέατρο Παλλάς και λίγο η παρέα με την οποία επέλεξα να τη δω, με οδήγησαν στα σκαλιά αυτού του θεάτρου. Πρωταγωνίστριες; Η Μαρία Καβογιάννη και η Μαρία Κίτσου. Ο λόγος που επέλεξα να γράψω γι’ αυτό; Μια φράση στο φινάλε του έργου. Μια φράση γροθιά στο στομάχι, το δικό μου στομάχι. Μια φράση που με έκανε να δακρύσω, να σκεφτώ και τελικά στο τέλος να ανακουφιστώ.

«Μαμά, τι είναι ευτυχία»;

Από παιδί δεν σου κρύβω πως έψαχνα για ορισμούς. Αναζητούσα απαντήσεις στις πιο απλές έννοιες, σε αυτά που θεωρούμε δεδομένα αλλά και στα πιο ασήμαντα. Από πολύ μικρή ηλικία ήθελα να ανακαλύψω τι θα πει ευτυχία. Θυμάμαι μια φορά όταν μια κυρία (ονόματα δεν λέμε) με άκουσε να ρωτάω τη μαμά μου κάτι ‘ασήμαντο’ και όμως για εμένα σημαντικό. Θυμάμαι ότι πάγωσε. Ομολογώ πως ήξερα την απάντηση που θα άκουγα και ήθελα να το πω και στην κυρία που μας κοιτούσε σαστισμένη. Ήθελα να της πω πως παρότι ήμουν παιδί, ευτυχία για εκείνη, όπως και για την μαμά μου ήταν τα πιο ‘απλά’ τους, τα πιο ‘μικρά’ και τελικά ‘σημαντικά’ τους. Έβλεπα ολοφάνερα πως ευτυχία για εκείνες όπως και για έμενα ήταν τα Κυριακάτικα τραπέζια μας, τα Σαββατοκύριακα που μαζευόμασταν να παίξουμε με τις φίλες μου αλλά και το φαγητό της γιαγιάς μου. Οι εκδρομές που πάση θυσία θα κάναμε τις γιορτές αλλά και η ξεγνοιασιά που πάντα ένιωθα τα καλοκαίρια.

Αλλά να, βλέπεις κάτι δεν μου αρκούσε ποτέ ως απάντηση. Κάτι έλειπε και στη μαμά μου, κάτι και στην κυρία που μας κοιτούσε με απορία. Κάτι λείπει και έλειπε πάντα στους ανθρώπους. Έλειπε το συναίσθημα τελικά και όχι οι λέξεις.

Ξαφνικά ενήλικη

Στην εφηβεία και όταν πια τα πράγματα έγιναν κυριολεκτικά στα μάτια μου ζόρικα, ομολογώ πως ξέχασα κάθε παιδική ερμηνεία μου περί ευτυχίας. Κάπου μπερδεύτηκα πολύ, κάπου έχασα την μπάλα μαζί και το παιχνίδι. Το ίδιο συνέβη αμέτρητες φορές και στην ενήλικη ζωή μου. Το ίδιο συμβαίνει ακόμα στις μέρες μου αλλά και τις νύχτες μου. Ίσως και μέρα παρά μέρα να παλεύω με την απαισιόδοξη πλευρά μου, αλλά να η διαφορά στο σήμερα είναι ότι πλέον γνωρίζω. Ξέρω πως δεν αναζητώ τον ορισμό μέσα από τους άλλους, ούτε και από τη μαμά μου. Μου αρκεί να βρίσκω τις απαντήσεις μόνη μου κάθε φορά που ‘στροβιλίζομαι’. Αρκεί να μπορώ, αρκεί να θέλω. Και όπως μου έμαθε η κοινωνία: «Όπου υπάρχει ένα ‘θέλω’, υπάρχει και ένα ‘μπορώ’».

Αποκωδικοποιώντας την ευτυχία μέσα από την παράσταση

Αν ενδιαφέρεσαι να μάθεις περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση που πρόσφατα είδα, θα σου πω μόνο πως μέσα από τις αφηγήσεις αυτών των δύο γυναικών, περνάει μπροστά από τα μάτια σου η ιστορία της Ελλάδας και είναι τόσο έντονη αυτή η περίοδος που ακόμη και σήμερα πρόκειται για ένα έργο διαχρονικό. Γιατί η Ελλάδα των πολέμων και των εμφυλίων ακόμα υπάρχει. Γιατί αυτό που ζούμε στο σήμερα με την πανδημία θυμίζει κάτι από πόλεμο. Γιατί η Ελλάδα, η ανθρωπότητα και οι σχέσεις των ανθρώπων γενικότερα πληγώνονται, πονάνε και πάντα θα τραυματίζονται. Γιατί το έργο αυτό φέρνει στο τέλος του ένα φως, μια ελπίδα και μια λύτρωση και αν δεν το έχεις δει, σε παροτρύνω να το κάνεις το συντομότερο.

Κεφάλαιο ευτυχία

Για εμένα το «Τρίτο στεφάνι» αποτέλεσε μια κατάθεση ψυχής. Μια προσπάθεια επί σκηνής από δύο γυναίκες που είχαν δεν είχαν μου θύμισαν κατά πολύ τον εαυτό μου. Τόσο, που ήθελα πολύ να τους το πω, κι ας πρόκειται για δύο ηθοποιούς, ένα έργο και ένα βιβλίο που όπως ανακάλυψα έχει αφήσει την δική του ιστορία.

Η Εκάβη (Μαρία Καβογιάννη) και η Νίνα (Μαρία Κίτσου) έζησαν δύο διαφορετικές ζωές σαν μία. Αγάπησαν και αγαπήθηκαν. Πόνεσαν και συνέχισαν να πονάνε βαθιά μέχρι το τέλος της ζωής τους. Έζησαν και τελικά λίγο πριν το φινάλε της παράστασης, παραδέχθηκαν πως μια ολόκληρη ζωή δεν κατάλαβαν τι θα πει ευτυχία. Σε εκείνο το σημείο θυμήθηκα τον παιδικό, τον εφηβικό και τον ενήλικο έως σήμερα εαυτό μου. Θυμήθηκα τους ανθρώπους που και εγώ με τη σειρά μου πλήγωσα και που αντίστοιχα με πλήγωσαν. Αυτούς που αγάπησα και όσους χάθηκαν. Αυτούς που θα έδινα τα πάντα για να τους γνωρίσω και πάλι από την αρχή δίχως να φοβάμαι όμως αυτή την φορά τον πόνο που θα έρθει.

«Δεν θα πω ότι είμαι ευτυχισμένη, αλλά πότε ένας άνθρωπος είναι ευτυχισμένος»;

Αυτή υπήρξε η απορία της Νίνας και εγώ ομολογώ πως ταυτίστηκα όσο ποτέ. Λίγο αργότερα το νόημα όλου του έργου, μαζί και ολόκληρης της ζωής μας συνοψίστηκε σε αυτή εδώ τη φράση: «Η ζωή είναι στρόβιλος. Ευτυχία είναι να αγαπάς τον στρόβιλο».

Ηθικό δίδαγμα;

Το δικό μου είναι αυτό: Νομίζω ότι τελικά στη ζωή ελάχιστες είναι οι στιγμές ευτυχίας. Δεν λέω ότι υπερισχύει η δυστυχία, όχι. Λέω απλά πως είναι μάλλον μοιρασμένα τα πράγματα σε άλλους περισσότερο δίκαια και άλλους περισσότερο άδικα. Και αν με ρωτάς δεν ξέρω να σου απαντήσω το γιατί, ξέρω μόνο ότι εμείς οι άνθρωποι έχουμε την τάση εκ φύσεως να στεκόμαστε περισσότερο στα δύσκολα. Και προσπαθώντας να τα ξεχάσουμε, ίσως και να τα διαγράψουμε, καταλήγουμε τελικά να κάνουμε το μεγαλύτερο σφάλμα για τον εαυτό μας και αυτό είναι να διαγράφουμε τις ευτυχισμένες στιγμές μας. Όχι πια όμως.

Γιατί η ζωή είναι όμορφη, αρκεί να μην σταματάμε να ‘στροβιλιζόμαστε’. Και αφού το αύριο δεν το ξέρουμε, και αφού το σήμερα ακόμα το μαθαίνουμε, τότε.. Τότε ξέρεις κάτι; Συνεχίζουμε. Συνεχίζουμε να γεννιόμαστε, να ζούμε, να πεθαίνουμε!