Ποτέ δεν έχω παραδεχθεί επίσημα στον εαυτό μου ότι με τρομάζουν τα mall, αλλά για μένα τα περισσότερα εμπορικά κέντρα μοιάζουν με μεγάλους, χαοτικούς λαβύρινθους. Αν με αφήσεις μόνη μου σε ένα mall μπορώ να χαθώ μέσα σε μόλις επτά λεπτά και να προκαλέσω στον εαυτό μου ένα ντόμινο αντιδράσεων που μιμούνται μία κρίση πανικού.

Αρχικά χάνω τον προσανατολισμό μου, δεν βρίσκω τις φωτεινές σημάνσεις της εξόδου, μετά μπερδεύομαι στις σκάλες που ανεβαίνουν με εκείνες που κατεβαίνουν, ψάχνω το ασανσέρ που πάντα αργεί και στο τέλος φτάνω λαχανιασμένη, με 180 παλμούς, σε ένα υπόγειο parking συνήθως, για να αρχίσει εκεί ένας δεύτερος γύρος αποπροσανατολισμού αφού ποτέ δεν πετυχαίνω αμέσως τον όροφο και τη θέση που έχω παρκάρει.

Την τελευταία φορά που βρέθηκα σε ένα mall, τα Δελτία Ειδήσεων είχαν συνεχείς συνδέσεις για τις πυρκαγιές στην Αττική και την Εύβοια. Οι αναφορές για κρούσματα και οι δηλώσεις των ειδικών για την ανάγκη για εμβολιασμό ήταν το δεύτερο θέμα συζήτησης και οι περισσότεροι άνθρωποι γύρω μου μόλις είχαν βγει από πολύμηνο lockdown.

Αυτή την τελευταία φορά που βρέθηκα σε ένα mall συνέβη διακοπή ρεύματος όσο ήμουν στο δοκιμαστήριο. Κάποια άλλη φορά μάλλον θα άλλαζα με νευρικότητα και θα έβγαινα αγχωμένη από το κατάστημα. Αυτή τη φορά έμεινα ακίνητη να με κοιτάζω στον σκοτεινό καθρέφτη κάτω από τα φώτα ασφαλείας του καταστήματος.

liminality: Το κενό μεταξύ ”comfort zone” και ”αρπάζω τη ζωή από τα μαλλιά”

Αυτό που ένιωθα εκείνη τη στιγμή οι Άγγλοι το ονομάζουν liminality— και ένας λογοτέχνης θα το μετέφραζε ως ”το σημείο που βρίσκεται ανάμεσα σε εκείνο που έχει μόλις συμβεί και σε εκείνο που πρόκειται να συμβεί”. Το κενό δηλαδή μεταξύ ”comfort zone” και ”αρπάζω τη ζωή από τα μαλλιά”.

Μία ένταση που εγώ σωματικά την εντοπίζω ακριβώς κάτω από το στέρνο και που σίγουρα κι εσύ έχεις νιώσει κι εσύ. Είναι η πίεση της απόφασης που πρέπει να πάρεις όταν δεν ξέρεις αν πρέπει να τρέξεις ή να μείνεις. Η πίεση της επόμενης κίνησης. Να μείνεις κρυμμένος μέσα στην ασφάλεια του δοκιμαστηρίου ή να βγεις από το δοκιμαστήριο, έξω από το mall, να βρεις τη δουλειά που σου αρέσει, να γράψεις το βιβλίο που πάντα ονειρευόσουν, να ταξιδέψεις τον κόσμο;

Για άλλους είναι το αν θα πρέπει να χωρίσουν επειδή δεν νιώθουν τη σπίθα. Για άλλους είναι η απόφαση να αφήσουν μια δουλειά ή αν θα αλλάξουν πόλη. Όλες όμως μοιάζουν με αποφάσεις που ισούνται με το να αφήσεις το comfort zone σου και να κολυμπήσεις μέχρι μια άλλη, καινούργια ακτή.

Στεκόμουν στη μέση του σκοτεινού δοκιμαστηρίου. Παρακολουθούσα την αναπνοή μου, τις συζητήσεις και ήξερα ότι πίσω από την κουρτίνα βρισκόταν ένα μικρό χάος. Ήξερα ότι εκεί έξω καίγεται η μισή Ελλάδα, ότι οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουν καμία διάθεση να πάνε φέτος διακοπές και πως οι υψηλές θερμοκρασίες του καύσωνα θα με βρουν σε όλη τη διαδρομή μέχρι να φτάσω σπίτι. Θα δικαιολογούσε κανείς μία ταχυπαλμία σ αυτό το σημείο, όμως εγώ συνέχισα να κοιτάζω ανέκφραστη τη φιγούρα μου στον καθρέφτη και να μην κάνω το -όποιο- επόμενο βήμα. Έμενα εκεί περιμένοντας κι εγώ δεν ξέρω τι.

Σε εκείνα τα πέντε δέκα λεπτά που στεκόμουν στο δοκιμαστήριο με ένα μαύρο πουκάμισο στο χέρι, μη γνωρίζοντας την επόμενη κίνησή μου, θυμήθηκα αστραπιαία όλες εκείνες τις φορές που βρέθηκα ανάμεσα στο να μείνω και να φύγω. Φορές που δεν ήμουν σίγουρη αν πρέπει να πάω πίσω ή μπροστά ή αν πρέπει να μείνω εκεί που στέκομαι.

Να μείνω ή να φύγω από ένα μπαρ που δεν μου άρεσε, από μία παρέα που βαριόμουν, από μία σχέση που δεν με κάλυπτε. Να αφήσω το βιβλίο που δεν μου αρέσει ή να επιμείνω; Να μείνω στη δουλειά που μου παρέχει σταθερό μισθό ή όχι; Σχεδόν καμία φορά δεν πήρα χρόνο να το σκεφτώ, να κάτσω στον καναπέ να το αναλύσω, να σπαταλήσω χρόνο να αλλάξω δύο και τρεις φορές γνώμη. Όλες τις φορές δρούσα άμεσα χωρίς να χάνω λεπτό και αυτό το κέρδος χρόνο το θεωρούσα τρομερά έξυπνη κίνηση.

Για μένα όμως εκείνη η στιγμή, σε εκείνο το δοκιμαστήριο ήταν κάτι περισσότερο από το αν θα τρέξω για άλλη μια φορά αγχωμένη προς την έξοδο και το parking. Ο χρόνος που πέρασα να στέκομαι μαρμαρωμένη στο κέντρο του κατάλευκου δοκιμαστηρίου ήταν πολύ χρήσιμος. Όταν το ρεύμα επανήλθε ήμουν πιο σοφή: Η αμηχανία που νιώθεις σε εκείνο το σημείο ”ανάμεσα” στο πριν και το μετά είναι η πιο χρήσιμη αμηχανία που μπορεί να νιώσει ποτέ ένας άνθρωπος. Και ο χρόνος που περνάει όσο στέκεσαι αμέτοχη στις αποφάσεις της ζωής ο πιο πολύτιμος χρόνος που μας δόθηκε. Γιατί έχει σημασία να παίρνεις τον χρόνο σου, να αξιολογείς τις καταστάσεις, να μη γίνεσαι έρμαιο του όποιου πανικού, να χάνεις λίγο χρόνο προκείμενου να κερδίσεις μία σωστή απόφαση. Αυτό έμαθα εκείνο το απόγευμα σ’ ένα τρομακτικό, σκοτεινό δοκιμαστήριο ενός τρομακτικού, σκοτεινού mall.

Και κάπως έτσι δεν με τρομάζουν πια τα mall, ειδικά με τα μεγάλα, δυνατά φώτα τους και τις ενδείξεις εξόδου πάντα φωτεινές. Για παν ενδεχόμενο.