Έπιασαν τα πρωτοβρόχια κι έγινες παπί, με την ομπρέλα αφημένη στο σπίτι. Δεν σου έγινε ακόμα συνήθεια να την παίρνεις μαζί. Άσε που μαζεύτηκαν πολλά. Μάσκες, αντισηπτικά μαντηλάκια, αντισηπτικά gel. Και βιοδιασπώμενα καλαμάκια, καβάντζα. Γιατί πάλι θα πας να πάρεις τον αγαπημένο σου καφέ και το καλαμάκι θα μοιάζει με το ρολό από το χαρτί υγείας και δεν την παλεύεις άλλο με τη νέα αυτή τάξη πραγμάτων.

Είναι πολλά και τα ξεχνάς. Μα έτσι έγινες παπί. Και μπαίνεις στο χώρο κι εκείνος δε σε βοηθά. Να φέρει λίγο χαρτί και ίσως μια πετσέτα, ένα χαμόγελο, ένα πατ πατ στην πλάτη κι ένα πιστολάκι μαλλιών. Και δυο γλυκιές ερωτήσεις. Είσαι εντάξει τώρα; Πώς μπορώ να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα;

Αυτός, ο άνθρωπος αυτός

Δε θα σε αφήσει να περάσεις είτε βιάζεσαι είτε όχι, είτε είσαι αφηρημένος και δεν τον βλέπεις. Ούτε καν αν βρίσκεσαι σε διάβαση πεζών ή έχεις προτεραιότητα. Ποτέ δε θα παραχωρήσει τη θέση του, παρά θα προσπαθήσει μάλλον να περάσει και τη δική σου. Από το πλάι της σειράς, στα μουλωχτά. Κι αν φτάσατε ταυτόχρονα, πάντα θα κάνει πως ήταν ήδη εκεί. Να είναι ο δικός του χρόνος, λες, πιο πολύτιμος από τον δικό σου άραγε;

Είναι ο ίδιος που δε θα σηκωθεί για να κάτσεις, κι ας είσαι και φαίνεσαι ταλαίπωρος. Αν έχει μείνει στο ράφι ένα αντικείμενο και το θέλετε κι οι δυο, θα κάνει πως δε σε βλέπει. Εύκολα θα σου μιλήσει στον ενικό -όχι από οικειότητα-, εύκολα θα μετακυλήσει σε βρισιές, ένα βήμα πιο πέρα και καταλήξαμε σε άκομψες χειρονομίες. Να είναι οι δικές του ανάγκες, λες, πιο πολύτιμες από τις δικές σου άραγε;

Είναι η αγένεια

Ο Delroy Paulhus, καθηγητής ψυχολογίας του University of Columbia, ασχολείται με πειράματα, προκειμένου να μπορέσει να κατανοήσει τις σκοτεινές προσωπικότητες που υπάρχουν ανάμεσά μας. Ή και μέσα μας. Όχι μόνο τους ψυχοπαθείς δολοφόνους το δηλαδή, αλλά τους πάντες όλους. Τους εκφοβιστές, τους χειριστικούς, τους τοξικούς, τους προσβλητικούς, τους κάθε είδους βιαστές.

Η τάση όλων μας είναι να σπεύσουμε να βγάλουμε γρήγορα και απλοποιημένα συμπεράσματα για τον κάθε άνθρωπο που μπαίνει στη ζωή μας. Έχουμε τους αγγέλους, έχουμε και τους διαβόλους, λέει ο Paulhus. Γιατί αποτελεί έμφυτη ανάγκη μας να τους διαχωρίζουμε όλους σε καλούς και κακούς. Σαν έτσι να είναι όλα πιο τακτοποιημένα, πιο εύκολα και καθαρά στα μάτια μας. Αφήνοντας κατά μέρος την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης και ψυχής, που οι αποχρώσεις τους μόνο με 50 δε μοιάζουν.

Δες τον ναρκισσιστή, τον έβαλε ο Paulhus στο μικροσκόπιο. Εγωιστής σαν να μην υπάρχει αύριο, φιλάρεσκος σαν να μην υπάρχει άλλος. Δε θα περάσει καιρός πριν αρχίσει να υπερβάλλει για τον εαυτό του, αυθόρμητη στρατηγική του που ενισχύει το εγώ του. Και, βέβαια, είναι ικανός να σου επιτεθεί, μόνο και μόνο για να διαφυλάξει τη δική του αίσθηση αυτοαξίας. Κι όταν μιλάμε για επίθεση, μιλάμε για αγένεια.

Δεν είσαι εσύ, αυτός είναι

O ναρκισσιστής είναι ένα μόνο παράδειγμα. Κάτι απτό για να πιάσουμε τον αγενή από κάπου. Που άλλοτε με φθόνο, μνησικακία, υπεροψία, άλλοτε με συναισθηματικό κενό ή απουσία ενσυναίσθησης, θα θελήσει να σε βλάψει. Να σου χαλάσει τη μέρα βρε παιδί μου.

Μόνο που η μέρα σου είναι δικιά σου και δε μετενσαρκώνεται σε σάκο του μποξ για κανενός τα προβλήματα. Κοινώς, μην το παίρνεις προσωπικά. Το πρόβλημα του αγενούς δεν είσαι εσύ, ο ίδιος του ο εαυτός του τα φταίει. Ούτε κι έχει νόημα να τον υπομένεις ή να περιμένεις ότι θα του έρθει η φώτιση και θα αποφασίσει να αλλάξει. Ούτε και έχει ιδέα μάλλον τι σου κάνει.

Αν η φάση είναι μυστήρια και εσύ τον αγενή τούτον τον νοιάζεσαι, μπορείς να προσπαθήσεις να τον καταλάβεις. Να δεις τι ίσως συμβαίνει, γιατί φέρεται έτσι στους γύρω. Αν φτάσεις εκεί, βάστα τον αυτοσεβασμό σου. Βάλε τα όριά σου, πάντα να το κάνεις αυτό. Βάστα το κύρος και τη θέση σου και από εκεί ρώτα αν θα ήθελε να τον βοηθήσεις. Κι αν ναι, ρώτα τον και αν ξέρει τι είδους βοήθεια μπορείς να του προσφέρεις.

Στα όρια που θα βάλεις, τη συναισθηματική σου ζακέτα μην ξεχάσεις. Η συνείδηση είναι δική σου και τη θέλεις καθαρή, μαζί της μένεις πάντα. Τις εριστικές σκέψεις και τα καυστικά σχόλια πρέπει να μπορείς να τα αφήσεις εκτός. Όχι κάτω από το χάλι, έξω από την πόρτα καλύτερα.

Ή μήπως είσαι;

Αυτά για τους άλλους. Αν όμως εδώ κάπου βλέπεις εσένα, σκέψου αν θες να κάνεις κάτι με αυτό. Αν εσύ είσαι ο αγενής της υπόθεσης, πώς νιώθεις για σένα; Την παλεύεις να συνυπάρχεις έτσι μαζί σου για πάντα; Γιατί για πάντα θα είσαι εκεί για σένα.

Η αγένειά σου, μήπως είναι μια μάσκα που μιμείται δύναμη, να κουκουλώσει το προσωπείο της αδυναμίας; Τι είναι αυτό που σου συμβαίνει και θέλεις πάση θυσία να το κρύψεις, κανείς να μην το δει; Το βλέπεις και στα social, στην τηλεόραση, παντού. Το αστείο που έγινε σαρκασμός κι ο σαρκασμός που έγινε αγένεια. Και ήρθε και συνυφάνθηκε ατυχώς με την ευφυία. Περσόνες που καταριούνται όποιον είναι της μόδας και του εύχονται τα χειρότερα και γίνονται έτσι δημοφιλείς.

Είναι η ετοιμόλογη κακεντρέχεια δείγμα εξυπνάδας μωρέ; Ή μήπως τα προσωπικά προβλήματα του καθενός είναι δικαιολογία της συμπεριφοράς αυτής; Ο μέσος άνθρωπος έχει προβλήματα. Και αυτός που σηκώνεται για να κάτσεις και αυτός που σου παίρνει τη θέση. Και αυτός που θα σε αφήσει να κρυώνεις όπως έγινες παπί, και εκείνος με τη ζεστή κούπα καφέ στο χέρι.

Ο αποδέκτης ή ο μάρτυρας μιας αγενούς συμπεριφοράς δυστυχώς τείνει να τη μιμηθεί. Σαν το χασμουρητό, μοιάζει να είναι μεταδοτική. Η αρνητική συμπεριφορά φέρνει εδώ αρνητική συμπεριφορά. Και φτιάχνουμε έτσι ένα φαύλο κύκλο αγένειας. Έναν τερμίτη που τρώει από μέσα την κουλτούρα, τη νοοτροπία, τον πολιτισμό μας.

Σε έναν κόσμο που υποφέρει, ψάχνεις να βρεις την αλήθεια. Τη συμφωνία, την επικοινωνία, τη σύνδεση, τη συγκίνηση. Και καλά κάνεις. Αν δεν είναι εδώ το νόημα, τότε πού αλλού; Μόνο που σκέψου τις τέσσερεις αυτές λέξεις. Μπορείς να βρεις έστω και μια που η αγένεια να μην τη συνθλίβει;