Η πρώτη, αυθόρμητη και πιο τίμια απάντηση είναι το ‘γιατί δεν ξέρω πώς’. Δεν ξέρω να το κάνω. Έχω δει να το κάνουν, λέω ‘μπράβο, κοίτα να δεις πόσο εύκολο ήταν’, αλλά εγώ δεν μπορώ. Και δεν θέλω να προσπαθήσω. Μη με πιέζεις, έχω λόγο. Καλά, θα σου πω. Ο λόγος λέγεται Νιόβη. Νιόβη, αν διαβάζεις αυτό το κείμενο, μισή ντροπή δική σου, μισή δική μου.

9345a3832ccb215c729575fe34e5a644

Ήμουν μικρό παιδί, 18 χρονών. Ό,τι είχα τελειώσει το σχολείο. Πρώτο εξάμηνο στη σχολή, δηλαδή καφέδες το πρωί και ποτά το βράδυ μέχρι να τελειώσουν τα λεφτά και να μεταφερθεί το σκηνικό στο σπίτι. Και δώστου καφέδες το πρωί και ποτά το βράδυ. Τον πρώτο καιρό ως φοιτητές, είχαμε σαρώσει το παλιό Closer στη Σίνα και το Decadence, το θρυλικό Decadence. Η πρώτη φορά που είδα τη Νιόβη ήταν στον πάνω όροφο του Closer. Δεν ήξερα πώς τη λένε. Αν ήξερα, θα την ήθελα περισσότερο.

Δεν ήταν το πιο ωραίο κορίτσι που είχα δει. Αλλά ήταν το πρώτο κορίτσι που πρόσεξα μετά τις συμμαθήτριές μου. Αυτό ακριβώς έκανα κι εκείνο το βράδυ Παρασκευής. Την πρόσεξα. Μετά γύρισα στον φίλο μου το Χρήστο και τον ρώτησα τι θα κάνει με την εργασία του Τσινισιζέλη. Μεγάλος πόνος ο Τσινισιζέλης στα ΕΜΜΕ. Θα έχεις ακούσει φαντάζομαι. (Δεν ξέρω γιατί φαντάζομαι κάτι τέτοιο).

Το επόμενο βράδυ πήγαμε -μάντεψε- στο Decadence. Πάλι με το φίλο μου το Χρήστο, αλλά και με ευρύτερη παρέα. Πολλά παιδιά. Αρκετά για να γίνει το ρεζιλίκι μου γνωστή σε διαφορετικά σημεία της Αθήνας. Όπως επιτάσσει το μομέντουμ της μετεφηβικής ανεμελιάς και η μοίρα, μισή ώρα μετά από εμάς, μπήκε στο μαγαζί η Νιόβη. Με την παρέα της. Πολλά κορίτσια. Αρκετά για να ξεφτιλιστώ και σε άλλους δήμους της Αττικής.

Τα επόμενα 20 λεπτά έγιναν διάφορες ζυμώσεις μέσα μου. Και έξω μου. Στο τραπέζι έπεσε αμέσως το σενάριο να την πλησιάσω, να της μιλήσω, να της θυμίσω ότι βρεθήκαμε και την προηγούμενη. Όλη η παρέα ήταν υπέρ της προσέγγισης. Όλη η παρέα είχε διάθεση να περάσει καλά προφανώς.

Δεν το είχα ξανακάνει. Δεν ήξερα πώς το κάνουν. Ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται με το που ξεκίνησα να κάνω τα 9 βήματα που μας χώριζαν. Την πλησίασα από πίσω. Της χτύπησα την πλάτη, σχεδόν όπως χτυπιόταν ο κόσμος στο Ρουκ Ζουκ. Γύρισε. Βασικά έκανε στην άκρη γιατί νόμισε ότι ήθελα να περάσω. Έμεινα ακίνητος. Της είπα ‘να σε ρωτήσω κάτι;’. Έγνεψε θετικά και της λέω ότι την είδα στο Closer και να που την ξαναβλέπω σήμερα και… Με σταμάτησε. Δεν χρειάστηκε να ξαναμιλήσω.

Το πέσιμο, οι αναπνοές μου και η όρεξη να την πέσω στεγνά σε οποιαδήποτε άγνωστη οπουδήποτε τέλειωσαν στις παρακάτω λέξεις:

“Γεια, είμαι η Νιόβη, αλλά συγγνώμη, κοιτάζω κάποιον άλλο εδώ μέσα”.

Πρώτον, Νιόβη, δεν ήθελα να σε ρωτήσω αν κοιτάς κάποιον ή εμένα ή γενικά αν κοιτάς κάτι. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω τι και αν θα είχαμε δύναμη να πω κάτι άλλο. Αισθανόμουν συσσωρευμένη πάνω μου όλη την ντροπή του μαγνητικού πεδίου της Γης. Δεύτερον, δεν έχει νόημα να αρχίσω να γκρινιάζω ότι με γείωσες απότομα κι ότι δεν ήθελα να στην πέσω, γιατί αυτό έκανα (έστω, με τον τρόπο μου). Τρίτον και βασικότερο, άσε μας κουκλίτσα μου. Κοίτα όποιον θες. Εκείνος θα κοιτάζει κάποια άλλη. Μακάρι να στο πει κιόλας.

Ηλίας Αναστασιάδης