Frances and me

08

Είναι περίεργο πώς κάποια πράγματα δεν είναι σημαντικά αλλά επιδρούν στη ζωή σου με κάποιον μυστήριο τρόπο. Μια κουβέντα σε ένα μπαρ, ένα κομμάτι που θα ακούσεις, μια ταινία που θα δεις, πράγματα που κάνεις κάθε μέρα και ποτέ δεν σου φαίνονται αξιοπρόσεκτα, καμιά φορά σε χτυπάνε εκεί που δεν περιμένεις. Είναι και αυτά, όπως όλη η ζωή, θέμα σωστού timing και σωστού positioning, όπως λέγαμε με ένα φίλο.

Σωστό timing είχα με τη Frances Ha. H Frances Ha είναι η ηρωίδα της ομώνυμης ταινίας, δημιούργημα του Noah Baumbach και της Greta Gerwig. Μια 27χρονη κοπέλα που έχει μετακομίσει στη Νέα Υόρκη, είναι χορεύτρια αλλά όχι ακριβώς, έχει σχέση πάθους με την κολλητή της, δεν έχει λεφτά και αυτοπροσδιορίζεται “undateable”. Η Frances Ha είναι γέννημα του mumblecore, ξέρετε, αυτές οι indie ταινίες που δεν έχουν υπόθεση, έχουν πολύ μπλα μπλα, λίγο budget και γενικά είναι πολύ γουάο και αλτέρνατιβ και Lena Dunham. Να, η Dunham π.χ. είναι και αυτή παιδί του κινήματος και το “Girls” ξεκίνησε ως παραλλαγή του σε σειρά, για να καταλήξει το indie “Sex and the City”: μια σουρεαλιστική και μεγαλοποιημένη παρωδία του εαυτού του, μόνο που αντί οι ηρωίδες να είναι καλλίγραμμες και να μιλάνε για πίπες, είναι παχουλές και μιλάνε για πίπες. Α, σόρι, το “Girls” είναι διαφορετικό, αγκαλιάζει τα γήινα πρότυπα, όπως αυτό της Dunham, μιας νευρωτικής αποτυχημένης συγγραφέως – το ανάλογο της Μπρουκλινέζας Carrie Bradshaw, η οποία χαώνει τη ζωή της και το σώμα της με μοναδικό τρόπο. Bullshit, που θα ‘λεγαν και οι Αμερικάνοι.

H ταινία φέρνει λίγο στο “Girls” για να λέμε την αλήθεια. Το στήσιμο, οι διάλογοι, οι αντιδράσεις, η πόλη, οι μουσικές, μόνο που δεν έχει μια αντιπαθητική ψυχωσική γκόμενα να σε κουράζει για 30 λεπτά. Η Frances είναι υπέροχη. Είναι αυτό που εσύ κρύβεις βαθιά μέσα σου όταν κάνεις socializing και προβάρεις το πιο γαμάτο στήσιμό σου. Είναι όλα τα κόμπλεξ που έχεις γιατί η φίλη σου σε παρατάει για χάρη ενός γκόμενου και εσύ πρέπει να φανείς υποστηρικτικός/-η και να ευχηθείς καλή ζωή, ενώ ξέρεις ότι εσύ την αγαπάς πολύ περισσότερο από αυτόν. Είναι το άγχος να γίνεις αυτό που αγαπάς και να μην καταλήξεις την πιο δημιουργική σου περίοδο να κάνεις δουλειά γραφείου. Είναι το ότι είσαι “undateable” και το χαίρεσαι. Αν είσαι γύρω στα 25-30 είναι όλη σου η ζωή.
Είναι αρκετά ρομαντικό το πώς βλέπουμε το μέλλον μας στα 25. Δεν είσαι 20 που δεν σε νοιάζει τίποτα, έχεις μια δρομολογημένη καθημερινότητα και τη δικαιολογία της ηλικίας. Μετά τα 25 είναι που “πρέπει” να ενηλικιωθείς, να βρεις δουλειά, να βγάλεις λεφτά, να κάνεις σχέση, να ξυπνάς πρωί και όχι απόγευμα, να πίνεις ελεγχόμενα, να γυμνάζεσαι, να είσαι καλός φίλος, καλός γιος, καλός επαγγελματίας, να πληρώνεις το ενοίκιο, να μπορείς να σταθείς σε μια συζήτηση πέρα από νύχια και μαλλιά, να, να, να… Και όλα αυτά όταν δεν σε ρωτάνε καν αν θες να τα κάνεις. Γιατί είσαι 27 και δεν είσαι ο Πίτερ Παν, υποτίθεται ότι πρέπει να σοβαρέψεις γιατί μετά θα είναι αργά, οι φίλοι σου θα έχουν προχωρήσει, θα έχουν βρει δουλειά, λεφτά, σχέσεις, γάμους, παιδιά, σκυλιά, γατιά, ρουτίνα αλλά εσύ θα συνεχίσεις να παρτάρεις μέχρι το πρωί και να βρίσκεις μεροκαματιάτικες δουλειές γιατί, στην τελική, ποτέ δεν σου άρεσε αυτό που σπούδασες.
Απ’όλα αυτά βρίσκω πιο τρομακτικό το να είσαι εκτός, να έχεις βάλει ήδη τη ζωή σου σε τάξη και να ζεις λίγο περισσότερο συναρπαστικά από τους γονείς σου. Ωραίο το δημόσιο, ωραία η σταθερή σχέση, ωραία η οικογένεια, ωραίο που έκοψες το κάπνισμα και αντί για ζάχαρη βάζεις stevia στον καφέ, τέλειο που δεν διαβάζεις Γκουτιέρες αλλά κλασική λογοτεχνία. Γαμάτο που ζεις τη ζωή σου χωρίς πάθος. Που διπλωματικά συμβιβάζεις τους στόχους σου γιατί ζεις στην Ελλάδα και δεν σου αφήνει πολλές επιλογές, γιατί αν δεν διοριστείς θα σε ζουν οι δικοί σου, με τους οποίους εν τέλει δέχεσαι να μείνεις γιατί τα λεφτά δεν σου φτάνουν να ζήσεις μόνος. Φοβερό το ότι έχεις όνειρα για καριέρα και αναγκάζεσαι να ζήσεις σε μια πόλη στο εξωτερικό που δεν σου αρέσει και τόσο αλλά έχει καλό μεταπτυχιακό και ίσως ζήσεις εκεί μερικά χρόνια ακόμα, μαζεύοντας τα ψιλά σου για να βγάλεις μηνιαία κάρτα μετρό.

Η Frances όμως ζει στη Νέα Υόρκη, και η Νέα Υόρκη είναι πανέμορφη όταν είναι ασπρόμαυρη ρε γαμώτο. Πετάγεται για weekend στο Παρίσι, εσύ έπρηζες τους φίλους σου να πάτε Παρίσι και τελικά πήγαν με τη γκόμενα, ή vice versa. Εσύ προσπαθείς να επιβιώσεις σε μια μίζερη Αθήνα ή ακόμα χειρότερα, στην επαρχία. Η Frances δεν σκέφτεται πριν μιλήσει, δεν ντρέπεται να γελάσει, να ξεφτιλιστεί, να βγάλει αστείους ήχους όταν την ακουμπήσει το αντικείμενο του πόθου ή να μαγειρέψει αυγά για κάποιους που μόλις γνώρισε. Εσύ είσαι 25, στην Ελλαδίτσα του Άδωνι και του Μιχαλολιάκου, νιώθεις ότι έχεις τα διπλάσια χρόνια, οι φίλοι σου έφυγαν αλλά εσύ δεν ξέρεις τι να κάνεις, πού να πας ή τι σου λείπει που θα σε κάνει ευτυχισμένο. Ή δεν θες να το παραδεχτείς.

Και η αγάπη; Θα βρεις ποτέ το άλλο σου μισό; Ή μήπως το άλλο σου μισό είναι ο κολλητός και θα γεράσετε μαζί; Και τι κάνεις αν αυτός βρίσκει τον έρωτα και εσύ εξακολουθείς να γυρνάς μόνος σπίτι; Σε αγχώνει ή δεν σε νοιάζει; Αλλά το πιο βασανιστικό ερώτημα είναι το τι εκπτώσεις δέχεσαι να κάνεις στη ζωή σου για να είσαι με αυτόν που αγαπάς, ζεις μια υπέροχη φαινομενικά ζωή και κάποιο βράδυ μετά από μπόλικα Tanqueray τόνικ στυμμένο εξομολογηθείς ότι αγαπούσες τη ζωή σου περισσότερο από αυτόν. Από ποια ηλικία και μετά δεσμεύεσαι σοβαρά;

Αλλά να σου πω αυτό που θα ‘λεγε και η Frances: “Είναι αυτό το πράγμα όταν είσαι με κάποιον και τον αγαπάς και το ξέρει και σε αγαπάει και το ξέρεις.. αλλά είσαι σε ένα πάρτι.. και οι δύο μιλάτε σε άλλους και γελάτε και λάμπετε.. και κοιτάς στο δωμάτιο και διασταυρώνονται τα βλέμματά σας.. αλλά – αλλά όχι επειδή είσαι κτητικός ή είναι σεξουαλικό.. αλλά επειδή είναι ο άνθρωπός σου σ’αυτή τη ζωή. Και είναι αστείο και λυπηρό γιατί αυτή η ζωή θα τελειώσει και είναι αυτός ο μυστικός κόσμος που υπάρχει εκεί στον κόσμο, απαρατήρητος, που κανείς δεν ξέρει γι’αυτόν. Είναι κάπως σαν αυτό που λένε ότι άλλες διαστάσεις υπάρχουν γύρω μας αλλά κανείς δεν έχει τη δυνατότητα να τις συλλάβει. Αυτό – αυτό είναι που θέλω από μια σχέση. Ή απλά από τη ζωή, νομίζω.

Γιώργος Παπαλάμπρος (@geor_pap)

Η Γεωργία Κωτσιοπούλου είναι αρθρογράφος και ιδρύτρια του Savoir Ville. Σπούδασε στην σχολή του ΑΝΤ1 και στο Athens Media Lab δημοσιογραφία και επικοινωνία και συνεχίζει στην σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του Ανοικτού Πανεπιστημίου. Αγαπάει τα χρώματα, τα βιβλία και το καλό φαγητό. Απεχθάνεται τα ψάρια, τις περιγραφές σε τρίτο πρόσωπο και τα δυνατά αρώματα.

Be first to comment

Solve : *
15 + 25 =